Theathinai

Το θέατρο αναζητά τη χαμένη μαγεία του μέσα από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο

Ο Χρήστος Σούτος γράφει για τις αλλεπάλληλες προσπάθειες αναβίωσης των παλιών ελληνικών ταινιών στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας

Παρακολουθούμε εδώ και αρκετές θεατρικές σεζόν την προσπάθεια να “επιστρέψουν στη ζωή” πετυχημένες και διαχρονικές ελληνικές ταινίες, κυρίως αγαπημένες κωμωδίες.

Τελευταίο “θύμα” η ταινία “Τζένη Τζένη”, που παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με το επόμενο να έχει ήδη “στοχοποιηθεί” για τη νέα σεζόν, αυτήν την φορά στο Εθνικό Θέατρο (Δεσποινίς Διευθυντής).

Τα ερωτήματα που γεννά αυτή η τάση – και πρακτική – είναι πολλά, κυρίως καλλιτεχνικά. Μπορώ να καταλάβω την εισπρακτική λογική του εγχειρήματος, αφού οι επιχειρηματίες επενδύουν στη γλυκιά ανάμνηση που έχουν αφήσει στη συνείδηση του κόσμου όλες αυτές οι ταινίες.

Καλλιτεχνικά όμως, πρώτα απ’ όλα δίνει την αίσθηση της απόλυτης ένδειας νέων ελληνικών κειμένων που αξίζουν το ρίσκο μεταφοράς τους στο θέατρο. Δεύτερον, σου δίνει την εντύπωση της εύκολης λύσης, αφού ειδικά στην περίπτωση του “Τζένη Τζένη” για να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα προβάλλονται και σκηνές από την ομώνυμη ταινία.

Τρίτον, οι ελληνικές αυτές ταινίες του σινεμά των δεκαετιών ΄60 και ΄70 δεν αποτελούν κλασικά έργα τύπου Αριστοφάνη, Μολιέρου, Σαίξπηρ, αλλά ηθογραφίες που αποτυπώνουν μέσω κωμικών καταστάσεων ήθη, έθιμα και στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας της εποχής εκείνης που δεν γίνεται να αναπαραχθούν με αναγωγή στο σήμερα.

Στην “Παριζιάνα” γελάς με τον αξέχαστο Χρόνη Εξαρχάκο που “σπάει” τη μέση του και αναζητά την επιβεβαίωση της νέας ταυτότητάς του. Σήμερα, στην εποχή του politically correct και του σεβασμού στη διαφορετικότητα, τι μπορείς να δείξεις, χωρίς να…θίξεις…;

Στην “Κόμισσα της Φάμπρικας” σημαντικό στοιχείο της πλοκής αποτελεί η εσωτερική πάλη στην οικογένεια του αστυνομικού Στέφανου Ληναίου (που “αποχαιρετήσαμε” πρόσφατα), με τον ξάδερφο και τη μητέρα του για τις αριστερές, έως εκτός νόμου κομμουνιστικές ιδέες τους. Στο απολιτίκ σήμερα τι σημαίνουν όλα αυτά;

Στο “Τζένη Τζένη” η αλλαγή στη σχέση του Μαντά με την κόρη του Σκούταρη Σκούταρη έχει ως καταλύτη την ατάκα της Τζένης Καρέζη περί…σεντονιού της πρώτης νύχτας. Αλήθεια, εν έτει 2026 τι σημαίνει αυτό για ένα σύγχρονο ζευγάρι; Στο “Δεσποινίς Διευθυντής” που έρχεται σύντομα όλες οι καταστάσεις προκύπτουν με βάση, ήδη από την πρώτη σκηνή της ταινίας, την παρουσία μίας γυναίκας σε διευθυντική θέση και το γεγονός ότι οι άντρες την αντιμετωπίζουν ως άνδρα, λόγω θέσης. Ο δε σεβασμός τους αφορά το φύλο που συνόδευε τη θέση και όχι την αξία της.

Όλα τα παραπάνω είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που προκύπτουν σε έναν λάτρη του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, οδηγώντας τον αναπόφευκτα στο να μην περάσει ούτε έξω από θέατρο που παίζονται οι συγκεκριμένες παραστάσεις.

Για το τέλος άφησα το στοιχείο των πρωταγωνιστών του τότε και του σήμερα. Με όλο τον σεβασμό στην καλλιτεχνική πορεία σκηνοθετών και ηθοποιών που εμπλέκονται στις μεταφορές αυτές, νομίζω πως απέχουν παρασάγγας σε ταλέντο, ποιότητα και star quality από τους τότε συναδέλφους τους. Δεν φταίνε μόνο οι ίδιοι, φταίει και η εποχή μας.

Μία εποχή που δεν γεννά σταρ, που αναγκάζει τους ηθοποιούς να υπηρετούν σκηνοθέτες κάτω του μετρίου, που τους υποχρεώνουν για τα προς το ζην να συμμετέχουν σε τηλεοπτικές παραγωγές χωρίς καμία δημιουργική κατεύθυνση, που την επόμενη μέρα το μόνο που αφήνουν ως αποτύπωμα είναι ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς.

Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε τρεις πρωταγωνιστές του τότε και σε τρεις δευτεραγωνιστές. Η Τζένη Καρέζη δεν ήταν απλά μία όμορφη γυναίκα που την ερωτευόταν ο φακός, αλλά ένα πλάσμα που σου έδινε την εντύπωση χαμαιλέοντα επί οθόνης, αφού μπορούσε μέσα σε ελάχιστα καρέ να εναλλάσσει το δράμα με την κωμωδία, χωρίς να μετατρέπεται σε καρικατούρα.

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος ήταν ίσως ο σπουδαιότερος Έλληνας ηθοποιός, με μία ασύλληπτη γκάμα χαρακτήρων που έπλασε ο ίδιος και του “ανήκουν”.

Η Ρένα Βλαχοπούλου είχε την ατυχία να μιλάει ελληνικά και να περάσει την καριέρα της στη χώρα μας. Είναι σίγουρο πως το μπρίο, η φωνή και η κίνησή της, αν βρισκόταν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα είχαν καθιερώσει τον όρο “Βλαχοπούλου way”.

Πάμε και στους δευτεραγωνιστές. Ο Χρόνης Εξαρχάκος που μας άφησε νωρίς, αποτύπωσε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο χαρακτήρες πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, βγάζοντας αβίαστα το γέλιο και τη συγκίνηση.

Η Ελένη Ζαφειρίου, η “μάνα” και η “θεία” του ελληνικού σινεμά είχε καταλυτική παρουσία τόσο στις δραματικές, όσο και στις κωμικές ταινίες που έλαβε μέρος, αποτυπώνοντας με σαφή και όχι υπερβολικό τόνο τις αγωνίες του γονιού για το παιδί του.

Ο Δημήτρης Καλλιβωκάς με ένα παρουσιαστικό που δεν παραπέμπει σε κωμικό, κατάφερνε με την επιβλητική του παρουσία, το αρχοντικό του στυλ και το πηγαίο ταλέντο του, να είναι ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος σκηνών που συνήθως ήταν εκτός ροής σεναρίου, αλλά έδιναν σημαντικό μπουστάρισμα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Με όλα αυτά κατά νου και με σεβασμό στους δημιουργούς του σήμερα, επιλέγω να μην δω κάτι που θα με στεναχωρήσει ή που θα “μικρύνει” στα μάτια μου ανθρώπους που πιστεύω ότι αν επέλεγαν να δουλέψουν, να τσαλακωθούν και να “πονέσουν” καλλιτεχνικά λίγο παραπάνω, αντί να καταφεύγουν σε εύκολες και εύπεπτες λύσεις, θα άφηναν το δικό τους στίγμα στο θέατρο και τον κινηματογράφο.