Theathinai

Κβαρατσχέλια, ο πρίγκιπας της γεωργιανής φωτιάς

Ο Μάνος Σταραμόπουλος γράφει για τον Χβίτσα Κβαρατσχέλια. Ένα όνομα δύσκολο μεν στην προφορά, μα πια αδύνατο να αγνοηθεί

Στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, εκεί όπου το Κομπουλέτι μοιάζει να ανασαίνει ανάμεσα στο αλάτι και τη μνήμη, το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς παιχνίδι. Είναι κληρονομιά. Στην Τσέλε Αρίνα, το όνομα του Ρεβάζ Τσελεμπάτζε θυμίζει μια άλλη εποχή, τότε που η Ντιναμό Τιφλίδας κατακτούσε το σοβιετικό πρωτάθλημα και οι Γεωργιανοί αποκαλούνταν οι «Βραζιλιάνοι της Σοβιετικής Ένωσης».

Από αυτή τη βαθιά τεχνική παράδοση ξεπήδησε ο Χβίτσα Κβαρατσχέλια. Ένα όνομα δύσκολο στην προφορά, μα πια αδύνατο να αγνοηθεί. «Κβάρα» για όσους έμαθαν να τον θαυμάζουν. Ένας ποδοσφαιριστής που κουβαλά στο παιχνίδι του κάτι από τη φλόγα της πατρίδας του: ντρίμπλα, ένστικτο, απρόβλεπτη κίνηση, θάρρος.

Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να φανεί πως το ταλέντο του δεν χωρούσε σε στενά πλαίσια. Από τη Γεωργία στη Ρωσία, από τη Λοκομοτίβ στη Ρούμπιν, κι έπειτα στη Νάπολι, ο δρόμος του χτίστηκε μακριά από την εύκολη λάμψη. Ήταν ένας αδύνατος, σχεδόν ντροπαλός έφηβος, μα με την μπάλα στα πόδια άλλαζε μορφή. Έβλεπε αυτό που οι άλλοι αργούσαν να αντιληφθούν. Όχι μόνο την ντρίμπλα, αλλά και τη συνέχεια της φάσης.

Στη Μόσχα έμαθε την πειθαρχία. Στη Ρούμπιν απέκτησε σκληρότητα. Στη Ντιναμό Μπατούμι έγινε εθνικό σύμβολο. Στη Νάπολι μετατράπηκε σε μύθο εν κινήσει. Εκεί γεννήθηκε και το βαρύ παρατσούκλι: «Κβαραντόνα». Ένας τίτλος γοητευτικός, αλλά και επικίνδυνος. Διότι ο Μαραντόνα δεν είναι μέτρο σύγκρισης· είναι θεολογία του ποδοσφαίρου. Ο ίδιος ο Κβαρατσχέλια το κατάλαβε νωρίς. Δεν θέλησε να φορέσει ξένο στέμμα. Προτίμησε να παραμείνει ο εαυτός του.

Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που τα παρατσούκλια μοιάζουν αναπόφευκτα. Όπως εκείνα τα οκτώ δευτερόλεπτα στο Παρίσι. Μια μπαλιά στην πλάτη της άμυνας, μια κούρσα στην αριστερή πλευρά, πέντε αγγίγματα με το εξωτερικό, ένα τελείωμα στην απέναντι γωνία. Όλα τόσο γρήγορα, τόσο καθαρά, τόσο δικά του. Δεν πανηγύρισε έξαλλα. Απομακρύνθηκε σχεδόν ψυχρός, σαν άνθρωπος που γνωρίζει πως η τέχνη δεν χρειάζεται εξηγήσεις.

Στην Παρί Σεν Ζερμέν ο «Κβάρα» δεν είναι πια μόνο ο μάγος της γραμμής. Είναι παίκτης συστήματος, εργάτης χωρίς την μπάλα, επιθετικός της νέας εποχής. Κι όμως, στις μεγάλες ευρωπαϊκές νύχτες, κάτι μέσα του λύνεται. Σαν να θυμάται από πού έρχεται. Σαν να ακούει πίσω του τις φωνές της Γεωργίας.

Ο Κβαρατσχέλια δεν είναι αντίγραφο κανενός. Είναι η σύγχρονη συνέχεια μιας παλιάς σχολής, ενός ποδοσφαίρου που γεννήθηκε από τεχνική, φαντασία και λαϊκή υπερηφάνεια. Ένας παίκτης που δεν χρειάζεται πλέον να εξηγεί το όνομά του. Αρκεί να πάρει την μπάλα.