Theathinai

Η στάση του λεωφορείου ως σημείο ιστοριών

Ο Γιώργος Βιτωράτος γράφει για όσα μπορούν να συμβούν σε μια στάση λεωφορείου, αλλά και για το πως σε στιγμές αναμονής και ακινησίας, μπορούν να «γεννηθούν» τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές ιστορίες

Για όλους εσάς και εμάς που ίσως κάποτε, ή ακόμα και σήμερα, χρησιμοποιούμε το λεωφορείο ως μέσο μεταφοράς σε καθημερινή βάση και συχνά παραβλέπουμε τις ιστορίες που γεννιούνται μέσα και έξω από αυτό.

Εκείνες τις στιγμές που γράφονται στον δρόμο προς τη στάση, όταν βλέπει κανείς τα ανήσυχα βήματα των περαστικών γιατί κάπου θέλουν να φτάσουν ή γιατί το λεωφορείο είναι καθοδόν και ο χρόνος είναι λίγος. Και εκείνες τις στιγμές που κρυφακούει από τους διπλανούς του, όπως το τηλεφώνημα κάποιου με τον γιατρό του ή μικρές τρυφερές φράσεις όπως «σ’ αγαπώ» και «τα λέμε σε λίγο», που πρόκειται να συνταξιδέψουν στο ίδιο λεωφορείο.

Άλλες φορές, πάλι, αυτές οι στιγμές είναι σχεδόν ανυπόφορες. Η πολυκοσμία και οι δυσάρεστες οσμές των σωμάτων που σύντομα θα γίνουν ένα στο υπερφορτωμένο μέσο, οι διαπληκτισμοί και οι φασαρίες αγανακτισμένων και μη που έχουν στερέψει από υπομονή και χρόνο. Λέξεις που δεν ήξερε κανείς πως υπάρχουν, γλώσσες και προφορές που προσκαλούν κάποιον να τις γνωρίσει, τραγούδια χωρίς τίτλο που ακούγονται από ηχεία και ακουστικά, συνθέτουν τις πιο ευφάνταστες και ειλικρινείς σκηνές.

Όλες αυτές οι ιστορίες, και ακόμα τόσες πολλές που έχουμε ζήσει, άλλοτε προσπερνιούνται, άλλοτε μένουν για πάντα ζωντανές και άλλοτε καθορίζουν τη μέρα μας, την απόδοση και τη διάθεσή μας.

Η μέγιστη αρετή, το ακριβότερο δώρο για πολλούς από εμάς, θα ήταν αυτές οι απαραίτητες μετακινήσεις να είναι uneventful, όπως λένε και οι Άγγλοι, δηλαδή χωρίς απρόοπτα. Κι όμως, χωρίς αυτά πολλές από τις ιστορίες που δημιουργούνται δεν θα είχαν ζωή, πολλές κλεφτές ματιές με συνεπιβάτες και πιθανούς φίλους ή εραστές δεν θα είχαν ανταλλαχθεί και πολλές στιγμές μοναξιάς δεν θα είχαν εκτιμηθεί.

Το λεωφορείο που ξέραμε και που θα ξέρουμε για πάντα πλησιάζει και, ως συλλέκτης ιστοριών, είναι έτοιμο να χωρέσει κι άλλες, να τις εμπλουτίσει και να τις απαλύνει όπως μόνο αυτό ξέρει, πάνω σε μερικές ρόδες και με τα μισάνοιχτα παράθυρά του που κλέβουν λίγο αέρα, δίνοντας ελπίδα σε όσους ξεκινούν τη μέρα τους ή αφαιρώντας λίγη από την κούραση πριν τους αφήσει στη στάση τους, εκείνη που ο καθένας από εμάς αποκαλεί δική του, αλλά κάθε άλλο παρά δική μας είναι.