Η Λίλα Παπαπάσχου γράφει για τον «σάλο» που έχουν προκαλέσει οι ερωτικές σκηνές της επιτυχημένης σειράς της ΕΡΤ, Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ, αλλά και για την συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας
Δεν παρακολουθώ συχνά ελληνικές τηλεοπτικές σειρές. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι περιφρονώ τις εγχώριες παραγωγές ή ότι κατά καιρούς δεν έχουν προβληθεί στη μικρή οθόνη αξιόλογα σήριαλ (Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά, Αναστασία, Το Νησί, Το 10, Το Κόκκινο Φεγγάρι, Έτερος Εγώ, Maestro, Σέρρες κλπ).
Τα τελευταία χρόνια όμως, παρατηρείται – παράλληλα με την επιστροφή της μυθοπλασίας στην ελληνική τηλεόραση – μία έντονα μιμητική τάση από τους Έλληνες δημιουργούς, που συχνά αναπαράγουν πλοκές που προέρχονται από το εξωτερικό – κυρίως από την Τουρκία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την συντηρητικοποίηση της ελληνικής τηλεόρασης και την «ποινικοποίηση» του γυμνού και των ερωτικών σκηνών, καθώς οι εν λόγω σειρές απευθύνονται μεν στο ευρύ κοινό, αλλά στην ουσία αφορούν μεγαλύτερους ηλικιακά τηλεθεατές. Αν και προσωπικά θεωρώ, πως ο πουριτανισμός και η υποκρισία δεν είναι θέμα ηλικίας, αλλά κουλτούρας και παιδείας.
Παρακολουθώντας λοιπόν τη Μεγάλη Χίμαιρα, την πολυσυζητημένη διεθνή συμπαραγωγή της ΕΡΤ, χάρηκα ιδιαίτερα που οι δημιουργοί της τόλμησαν να ταράξουν τα νερά, αναδεικνύοντας την πράξη του έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις της. Ακόμα κι αυτές που ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε ότι αποτελούν κοινό τόπο για άνδρες και γυναίκες. Ναι και οι γυναίκες σκέφτονται «βρώμικα», χωρίς αυτό να σημαίνει πως επιθυμούν όλες οι φαντασιώσεις τους να γίνουν πράξη (ή το αντίθετο…).

Η Μαρίνα του Μ. Καραγάτση, αυτού του ρομαντικού προβοκάτορα της ελληνικής λογοτεχνίας, που ακόμα και σήμερα αποτελεί μυστήριο για τους κριτικούς που αρέσκονται στις «καρατομήσεις» έργων και προσωπικοτήτων, είναι μια γυναίκα ξένη, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κουβαλά στις αποσκευές της ένα σκοτεινό παρελθόν που την ακολουθεί σαν σκιά, βουτηγμένο στην αμαρτωλή κληρονομιά της μητέρας της και έναν τάφο κάπου στην Αφρική, μοναδικό ενθύμιο του απόντα πατέρα της.
Ακολουθώντας την αμείλικτη ροή του τραύματος, εγκλωβίζεται από τις επιλογές της στη Σύρα του 1930, έναν τόπο γεμάτο «μη» και «πρέπει». Κι εκεί αρχίζει να επαναστατεί η πραγματική της φύση. Μια λέαινα κλεισμένη σε ένα χρυσό κλουβί, που όσο κι αν προσπαθεί είναι αδύνατον να…εξημερωθεί. Από την Τεργέστη, στη Σύρα, από τη Σύρα στην Αθήνα κι από εκεί πίσω στη θάλασσα, το τελευταίο της καταφύγιο, όπου εν τέλει συναντά τη μοίρα της.
Όπως όλοι οι ήρωες του Μ. Καραγάτση, η Μαρίνα αντανακλά την ανάγκη του ίδιου του συγγραφέα να ξεφύγει από ένα αυστηρό και συντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον, με πυρήνα τον αυταρχικό πατέρα του, ο οποίος, μεταξύ άλλων, θεωρούσε τη λογοτεχνία μία γελοία ενασχόληση. Άλλωστε ο γεννημένος ως Δημήτρης Ροδόπουλος, επέλεξε να επανεφεύρει την ταυτότητά του, αποκηρύσσοντας το πατρογονικό του όνομα. Το αινιγματικό Μ. μπροστά από το Καραγάτσης παρέμεινε μυστήριο στο διηνεκές, ενώ και το νέο του επίθετο συμβόλιζε πολλά περισσότερα από ένα απλό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Κι αυτό νομίζω λέει πολλά, συνολικά για τον ψυχισμό του συγγραφέα.
Ο λογοτέχνης με τη διεισδυτική και σαρκαστική ματιά, enfant terrible της περίφημης γενιάς του ’30, έβγαζε τη γλώσσα στους καθωσπρέπει κύκλους της εποχής και παρόλο που προσπάθησαν να του κολλήσουν πολλές «ταμπέλες» (όσο ήταν εν ζωή, μα και μετά θάνατον), εκείνος αντιστάθηκε σθεναρά.
Όπως και η παθιασμένη για έρωτα και ζωή Μαρίνα κυνήγησε στις δικές του «χίμαιρες». Δραπέτευσε από κάθε είδους κοινωνικές συμβάσεις, αφήνοντας πίσω του μια σπάνια παρακαταθήκη. Πρόλαβε, σαν μια ύστατη τραγική ειρωνεία, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, να γράψει μία φράση ενδεικτική της αποστροφής του για το σάπιο του καιρού του «Ας γελάσω!».

Σύμφωνα με διάφορους επικριτές του, τότε και τώρα, οι ήρωες του δεν έχουν ιδανικά, μόνο ένστικτα και πάθη, ενώ η ίδια η έννοια του ξένου τον έχει απασχολήσει και στα άλλα δύο βιβλία της τριλογίας στην οποία ανήκει η Μεγάλη Χίμαιρα (Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν και Γιούγκερμαν). Έχει επίσης «κατηγορηθεί», ότι τα πρόσωπα των έργων του είναι έρμαια της βιολογίας τους και όχι ενσυνείδητοι πολίτες ενός πολιτισμένου κόσμου. Είναι ατομικιστές και νάρκισσοι. ‘Άραγε, αν μπορούσε να μας δει τώρα εν έτει 2026, πόσο διορατικός και προφητικός θα αισθανόταν; Πως θα ένιωθε αναρωτιέμαι, ατενίζοντας τη μοναξιά του διαδικτυακού και μιντιακού lifestyle, φτιασιδωμένη και υπέρλαμπρη, μεταμφιεσμένη σε ευτυχία;
Δεν γνωρίζω να σας απαντήσω και πραγματικά δεν έχει σημασία. Αυτό που μπορώ να μοιραστώ μαζί σας είναι ότι κατά τη γνώμη μου «Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ» είναι μία εξαιρετικά καλογυρισμένη σειρά, με υπέροχη φωτογραφία, υποβλητική μουσική και μία εντυπωσιακή σκηνογραφία που σέβεται απόλυτα την εποχή που διαδραματίζεται το έργο, αλλά και την αισθητική μας.
Καθοριστικό ρόλο στο συνολικό αποτέλεσμα παίζουν οι λιτές και γεμάτες αμεσότητα ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Ο πάντα καίριος Ανδρέας Κωνσταντίνου, το υποκριτικό μεγαθήριο Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (η δική μας Μέριλ Στριπ), η αιθέρια και γήινη ταυτόχρονα Fotini Peluso και ο ταλαντούχος Δημήτρης Κίτσος, είναι τα κύρια πρόσωπα αυτής της σύγχρονης τραγωδίας, αποδίδοντας με απόλυτη συνέπεια και ευαισθησία τους απαιτητικούς ρόλους τους.



Μαζί τους σε χαρακτηριστικούς ρόλους μερικοί από τους πιο αξιόλογους ηθοποιούς των ημερών μας: Δημήτρης Τάρλοου, Γιάννης Νταλιάνης, Γιάννος Περλέγκας, Αλεξάνδρα Αϊδίνη και το υποκριτικό φαινόμενο που ακούει στο όνομα Καίτη Μανωλιδάκη. Σε όλες τις σκηνές της ως χαροκαμένη Ανεζιώ μας έκανε να ανατριχιάσουμε με το πηγαίο ταλέντο και τη μαγική της αύρα. Μία ηθοποιός με περγαμηνές (αξίζει να τη δείτε και στο θέατρο…) που πραγματικά τιμά την έννοια του…καλλιτέχνη.
Για όσους έχουμε παρακολουθήσει στο θέατρο Πορεία την ομώνυμη παράσταση, η τιμητική συμμετοχή των πρωταγωνιστών της στο καστ της σειράς, αλλά και η παρουσία του ίδιου του Δημήτρη Τάρλοου, που εκτός από ηθοποιός, σκηνοθέτης και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του θεάτρου Πορεία είναι και εγγονός του Μ. Καραγάτση, δίνει μια ξεχωριστή σημειολογική αξία στο όλο εγχείρημα, συνδέοντας το θέατρο με την τηλεόραση.


Για όλους τους παραπάνω λόγους, αξίζει να κλείσετε τα αυτιά σας στις αμετροεπείς σειρήνες των αυτόκλητων κριτικών τέχνης, που έχουν κατακλύσει τους διαδικτυακούς μας τοίχους, τις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών και κάθε πρόσφορο μέσο, προσπαθώντας να μας πείσουν για το αχρείαστο των ερωτικών σκηνών, για την πρόκληση άνευ λόγου και αιτίας, για το άσκοπο γυμνό και πολλά ακόμη εξίσου άτοπα και αναχρονιστικά. Η χυδαιότητα άλλωστε, δεν αφορά τη θέαση ενός γυμνού σώματος ή μίας ερωτικής πράξης, αλλά το ανθρώπινο μυαλό, που συχνά εγκλωβίζει το σώμα, λογοκρίνοντας τις επιθυμίες και τις ανάγκες του.
Απολαύστε λοιπόν ελεύθερα και χωρίς ηθικολογίες μία σειρά με πραγματικό female gaze που δεν φοβάται να πει – και να δείξει – τα πράγματα με το όνομά τους, εκπληρώνοντας έτσι το ίδιο το νόημα της γραφής ενός αιρετικού συγγραφέα, που τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του καταφέρνει ακόμα να…σοκάρει.

